Από sdna.gr
Μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου, ο ΠΑΟΚ έχει δώσει συνολικά 37 επίσημα παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις.
Από αυτά, τα οκτώ ήταν ντέρμπι πρωταθλήματος και Κυπέλλου, απέναντι στους τρεις «μεγάλους» της Αθήνας, αλλά και στον Άρη. Ο απολογισμός; Έξι νίκες, μία ισοπαλία και μόλις μία ήττα. Ένα εκκωφαντικό 6-1-1, που αποτυπώνει την αποτελεσματικότητα της ομάδας του Λουτσέσκου στα παιχνίδια υψηλής πίεσης και απαιτήσεων, όπως διαβάσατε μέσα από το SDNA.
Η μοναδική ισοπαλία ήρθε στο «Κλεάνθης Βικελίδης», απέναντι στον Άρη, για τον θεσμό του Κυπέλλου, σε ένα αποτέλεσμα που δεν επηρέασε την πορεία πρόκρισης του ΠΑΟΚ. Η μοναδική ήττα καταγράφηκε στο παιχνίδι πρωταθλήματος με τον Παναθηναϊκό. Κατά τα άλλα, ο Δικέφαλος «καθάρισε» τα μεγάλα ραντεβού, επιβεβαιώνοντας ότι φέτος ξέρει να επιβάλλεται στα ντέρμπι.
Το ενδιαφέρον μεγαλώνει ακόμη περισσότερο όταν η φετινή συγκομιδή μπει σε σύγκριση με τις προηγούμενες σεζόν του Ρουμάνου τεχνικού στον ΠΑΟΚ. Σε βάθος επταετίας, ποτέ άλλοτε ο Λουτσέσκου δεν είχε παρουσιάσει τέτοιο ποσοστό επιτυχίας απέναντι στους βασικούς ανταγωνιστές του.
Ακόμη και τη σεζόν 2018-2019, χρονιά του αήττητου πρωταθλήματος, ο ΠΑΟΚ είχε απολογισμό 4 νίκες και 2 ισοπαλίες στα αντίστοιχα ντέρμπι. Μια εξαιρετική επίδοση, αλλά αριθμητικά κατώτερη από τη φετινή. Αντίθετα, τη σεζόν 2023-2024, ο ΠΑΟΚ κινήθηκε στη λογική της απόλυτης ισορροπίας (2-2-2), ένα μοτίβο που δεν προμήνυε -αλλά τελικά έφερε μετά από ένα αδιανόητο ντεμαράζ- τίτλο στο φινάλε.
Η πλήρης εικόνα των αποτελεσμάτων του Λουτσέσκου στα ελληνικά ντέρμπι πρωταθλήματος και Κυπέλλου έχει ως εξής:
*Τα αποτελέσματα αφορούν τα παιχνίδια έως τις 5 Φεβρουαρίου κάθε σεζόν με τον Ραζβάν Λουτσέσκου στον πάγκο.
Τι δείχνουν μέχρι στιγμής οι αριθμοί; Ότι ο ΠΑΟΚ εμφανίζεται πιο κυνικός, πιο ώριμος και πιο σίγουρος για τον εαυτό του στα μεγάλα ματς. Ο Λουτσέσκου έχει καταφέρει να «χτίσει» μια ομάδα που δεν φοβάται τα ντέρμπι, αντίθετα, τα περιμένει. Μία ομάδα που το βασικό της ατού, η δύναμή της εντοπίζεται στο σύνολο, στο «εμείς». Στην ικανότητα αυτού του γκρουπ να προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε αγώνα και να καμουφλάρει αδυναμίες και απώλειες. Και προφανώς στο τέλος της ημέρας, η κουβέντα καταλήγει στην ικανότητα του προπονητή που ξέρει σπιθαμή προς σπιθαμή τι έχει στα χέρια του αλλά και σε έναν ολόκληρο οργανισμό που ξέρει να δουλεύει προς μία κοινή κατεύθυνση.