Βάλτερ Ματσάρι: Σ’ όποιον αρέσουμε για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε…

Από sdna.gr

Συχνά χαριτολογεί και λέει πως έχει μόνιμα την ανάγκη να βρίσκεται κοντά σε θάλασσα για να νιώθει καλά, να είναι πετυχημένος. Το αλάτι από τον θαλασσινό αέρα, όταν ανακατεύεται με το πάθος που βρίσκεται στο αίμα του, δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, το οποίο είναι έτοιμος να μεταδώσει στους παίκτες του. 

Συμπτωματικά (ή όχι) όλες του οι ομάδες είχαν ως κύριο χαρακτηριστικό τους είτε το νερό είτε το ακραίο πάθος, καμιά φορά και τα δύο.

Το Ατσιρεάλε, στους πρόποδες του όρους Αίτνα,  βρέχεται από τις σικελικές ακτές, το Λιβόρνο και η Γένοβα (Σαμπντόρια) είναι από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ιταλίας.

Το Ρέτζιο Καλάμπρια (Ρετζίνα) και η Νάπολι ξεχειλίζουν από πάθος, μεσογειακή τρέλα, ορμή.

Μεγάλωσε σε ένα σκληρό και κακοτράχαλο, βράχο στο νησί Έλβα, τον ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα στην Τοσκάνη και την Κορσική. Εκεί έμαθε να νιώθει, να ακούει, να σέβεται το νερό. Να είναι σαν το νερό. 

Άλλοτε, ορμητικός, απότομος, φουρτουνιασμένος. 

Κι άλλοτε φιλικός, γαλήνιος, αναζωογονητικός.

Το νερό δεν αρέσει σε όλους. Κάποιοι δεν το αντέχουν. Το φοβούνται. Το αποφεύγουν. Κάποιοι δυσκολεύονται να το καταλάβουν.

Ο Βάλτερ Ματσάρι ποτέ δεν προσπάθησε να αρέσει. Γι’ αυτό και αυτοπροσδιορίζεται με τον πιο κυνικό τρόπο, λέγοντας πως: “δεν ήμουν ποτέ ένας δημοφιλής προπονητής”.

Όταν ο Μάσιμο Μοράτι αποφάσισε να τον απολύσει με βαριά καρδιά από την Ίντερ είπε πως: “ο Βάλτερ είναι ένας καλός άνθρωπος, μα δεν έχω δει ποτέ μου έναν προπονητή να γίνεται τόσο γρήγορα, τόσο αντιδημοφιλής”.

Ο μοναδικός εργοδότης που τον προσέλαβε δύο φορές, ο αιρετικός Αουρέλιο ντε Λαουρέντις προσπάθησε να σκιαγραφήσει την σχέση τους με τον δικό του τρόπο: “Είναι ένας υπέροχος προπονητής και ένας αξιαγάπητος άνθρωπος. Αλλά σε έναν γάμο υπάρχουν πάντα δύο. Ένας άντρας μπορεί να πείσει την γυναίκα του να μείνει, προσφέροντας της λεφτά, αλλά αν θέλει να… με κάποιον άλλον, τότε θα… με κάποιον άλλον”.

Στην εποχή του στους παρτονοπέι ήταν από τους ελάχιστους που ήθελε, επιδίωκε την λεκτική αντιπαράθεση με την αυθεντία που λεγόταν Ζοσέ Μουρίνιο, ο οποίος τότε έμοιαζε να έχει το αλάθητο στην Ίντερ: “ένας γάιδαρος μπορεί να δουλέψει σκληρά, αλλά δεν θα γίνει ποτέ του καθαρόαιμο”, ήταν ένα από τα προσβλητικά σχόλια του special one, που το είχε πάει στα άκρα: “δεν έχει κερδίσει ποτέ του τίποτα. Ούτε το Κύπελλο Λομβαρδίας ή το Κύπελλο Τοσκάνης”.

Έχει πάνω από 700 παιχνίδια στους ιταλικούς πάγκους. Μία ολόκληρη ζωή. Υποστηρίζει πως το οφείλει στις αρχές του. Στις απαράβατες αρχές του. Στους διακριτούς ρόλους. Στην μεθοδολογία του. Στους κανόνες του. Είναι μία αυστηρή πατρική φιγούρα. Είτε θα είσαι μαζί του και θα βάλει τα στήθη του μπροστά για σένα, είτε είσαι απέναντι. 

Ο δύσκολος Αντόνιο Κασάνο λέει πως παραμένει ακόμα ένας τελειομανής προπονητής, ο οποίος έχει για… πρωινό τους σύγχρονους tactician της χώρας. 

Ο παλιός μέσος της Νάπολι, Βάλτερ Γκάργκανο λέει ότι είναι ένας δύσκολος, στρυφνός, παράξενος τύπος που δεν τους άφηνε να πίνουν μάτε και να ακούν την δική τους μουσική στα αποδυτήρια. Λέει πως κάποτε τον έσωσε από κάτι μπουκέτα από τον οργισμένο Έκι Λαβέτσι και δεν άκουσε ούτε ευχαριστώ.

Πάντα υπάρχουν δύο τρόποι για να περιγράψεις κάποιον: 

i) από τα δικά του λόγια. 

ii) από τα λόγια των άλλων. 

Στην περίπτωση του, παραδόξως, υπάρχουν δύο διαφορετικές αλήθειες. Τόσο διαφορετικές που σε κάνουν να πιστεύεις ότι πρόκειται για διαφορετικό άνθρωπο.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η πορεία του είναι γραμμική, σταθερά εξελικτική. Η πρώτη του εμπειρία στους πάγκους ήταν στην τέταρτη κατηγορία, μετά στην τρίτη, τη δεύτερη, την πρώτη. Έμαθε το ποδόσφαιρο στην ολότητά του, πριν περπατήσει στα σαλόνια, είχε λερωθεί στα αλώνια. 

Λέει πως όπου πήγε, άφησε έργο. Εξέλιξε πρότζεκτ, παίκτες, ομάδες, οργανισμούς.

Υπάρχουν γεγονότα, facts που το αποδεικνύουν. Μαζί του, οι φορ πάντα ευημερούσαν. Έκαναν σεζόν καριέρας. Στην μοναδική του σεζόν στο Λιβόρνο, ο Κριστιάνο Λουκαρέλι, που πίνει νερό στο όνομα του, έγινε φορ των 25 γκολ. 

Στην Ρετζίνα ανέστησε τον Ρολάντο Μπιάνκι και έστειλε τον Νικόλα Αμορούζο μεταγραφή στην Μάντσεστερ Σίτι. Στην Σαμπντόρια έφτιαξε τον πρώτο σκόρερ της Serie A, Τζιαμπάολο Πατσίνι.

Μα, το κορυφαίο του έργο τέχνης είναι ο Έντινσον Καβάνι. Δεν είχε σκοράρει ποτέ του πάνω από 14 γκολ σε μία σεζόν και μαζί του πέτυχε διαδοχικά 26, 23, 29 και πέρασε στο επόμενο επίπεδο.

Περισσότερο από όλα τα τρόπαια, καμαρώνει για την τιμητική διάκριση Bergamotto d’Oro, έγινε επίτιμος πολίτης του Ρέτζιο Καλάμπρια, όταν έσωσε την Ρετζίνα την σεζόν 2006-07, παρότι ξεκίνησε από το -11, λόγω του calciopoli.

Δεν θα ξεχάσει ποτέ την φιέστα με 70.000 κόσμο στην πλατεία της πόλης, λίγο μετά το 2-0 επί της υπερηχητικής Μίλαν που μόλις είχε στεφθεί πρωταθλήτρια Ευρώπης. 

Ούτε τον τρόπο που ένωσε στην Νάπολι τους τρεις τενόρους. Τον Έκι Λαβέτσι, τον Έντινσον Καβάνι και τον Μάρεκ Χάμσικ, που αναβίωσαν τις μέρες που ο Βεζούβιος κόχλαζε κι έκαιγε τα σωθικά της πόλης χάρη  στον Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα.

Μέσα του δεν έχει αμφιβολίες, ούτε ενδοιασμούς. Νιώθει πλήρης. Αυτάρκης. Επιτυχημένος. Γεμάτος. Κι ας μην πήρε ποτέ την αναγνώριση που θα του αναλογούσε…

Για έναν περίεργο λόγο, ουδέποτε πήρε τον σεβασμό που θα άρμοζε σε έναν προπονητή του δικού μεγέθους. Παρότι πήρε τον πρώτο τίτλο της Νάπολι στην μετά-Μαραντόνα εποχή και την οδήγησε στο Champions League, παρότι έπαιξε τελικό κυπέλλου με την Σαμπντόρια και έβγαλε την Τορίνο στην Ευρώπη, η επίγευση που έχει περάσει στην ιταλική κοινή γνώμη είναι ενός προπονητή που πάντα βρίσκει τις πιο ευφάνταστες δικαιολογίες μετά από ήττες.

Υπάρχουν άπειρα meme, gif, σαρκαστικά σκετς στα social media που τον δείχνουν να… κλαίει, να διαμαρτύρεται, να απολογείται με μερικές φράσεις που έμειναν στην ιστορία, να μιλάει άσχημα αγγλικά από την θητεία του στη Γουότφορντ.

Έπειτα από μία ισοπαλία της Ίντερ στο Παλέρμο είχε πει πως: “ήρθαμε από το κρύο της Ρωσίας, στην ζέστη της Σικελίας και αυτό μας επηρέασε”, ενώ μετά από μία άλλη γκέλα των νερατζούρι είχε δηλώσει πως: “κι εκεί που παίζαμε καλά, άρχισε να βρέχει”. 

Παλιότερα είχε πει το επικό: “η μισή ομάδα είχε γρίπη και ένας στο ημίχρονο βγήκε άλλος ένας παίκτης μας επειδή είχε διάρροια”, ενώ μετά από μία ευρωπαϊκή ήττα της Νάπολι στο Πλζεν είχε πει το αμίμητο: “είχαμε λάθος προσέγγιση γιατί σήμερα ήταν τα γενέθλια του Καβάνι και αυτό μας έκανε πολύ μαλθακούς στο γήπεδο”.

Υπάρχει αιτία για αυτό. Ο Ματσάρι ήταν πάντα ένας αφιλτράριστος προπονητής, χωρίς δίκτυο δημοσίων σχέσεων, να τον προστατεύσει. Με εξαίρεση την Ίντερ, ουδέποτε κάθισε στον πάγκο παραδοσιακών δυνάμεων, δεν ήταν ένας προπονητής που καριέρα του προήλθε από κάποιο τζάκι, δεν έπαιξε ποτέ σε κάποια μεγάλη ομάδα -ταβάνι του υπήρξε η Έμπολι. Για τα Μέσα ήταν πάντα, αυτός ο ωμός τύπος από την Τοσκάνη και τίποτα περισσότερο.

Από την τελευταία φορά που κάθισε σε πάγκο, πέρασαν 27 ολόκληροι μήνες -οι τελευταίοι παίκτης που προπόνησε ήταν ο Κβάρα, ο Όσιμεν και τα λοιπά αστέρια της Νάπολι. Στο ενδιάμεσο, απέρριψε πολλές προτάσεις, ψάχνοντας να βρει κάτι που θα του κάνει κλικ.

Ασχολήθηκε και με άλλα πράγματα, όπως την ενοικίαση πολυτελών κατοικιών στο νησί του, την Έλβα και στο Σάο Βιτσέντζο ακριβώς απέναντι, τα κτηματομεσιτικά, τα οικονομικά, οι επενδύσεις ήταν πάντα μέσα στο αίμα του. 

Τα τελευταία χρόνια πρόδωσε την βασική αρχή του, που ήταν να μην αναλαμβάνει ποτέ ομάδα μεσούσης της σεζόν. Ίσως για αυτό και τις τρεις φορές (Τορίνο, Κάλιαρι, Νάπολι) δεν πήγε καλά, απολύθηκε.

Αποφάσισε να μην το κάνει ξανά, δεν πρόκειται να ξαναρίξει νερό στο κρασί του. Λέει πως έχει ακόμα την φλόγα, πως είναι πιο έμπειρος και καταρτισμένος από ποτέ. 

Σε ένα πρόσφατο σημείωμα του στην ιστοσελίδα coaches voice έλεγε ότι ψάχνει κάτι για να το οικοδομήσει από την αρχή και να κάνει αυτό για το οποίο είναι διάσημος: “να φέρνώ αποτελέσματα, να μεγαλώνω την φήμη, τα έσοδα, τα περιουσιακά στοιχεία ομάδων”.

Νιώθει ακμαίος και πιονέρος της προπονητικής. Αυτές τις τακτικές με του τρεις κεντρικούς αμυντικούς, αυτές τις παραλλαγές του 3-4-3 και του 3-5-2 που ανύψωσαν προπονητικά τον Σιμόνε Ιντσάγκι, τον Γκασπερίνι και έφεραν τίτλους, αναγνώριση, λεφτά τις έπαιζε μόνο αυτός, ο Τζακερόνι και ο Ρέντσο Ουλιβιέρι στην Μπολόνια πριν από 20 χρόνια, before it was cool.

Δηλώνει το ίδιο πεινασμένος να διδάξει ποδόσφαιρο, πιστεύει ότι οι ιδέες του πάντα δούλευαν και θα εξακολουθήσουν να δουλεύουν, λέει πως έχει κάνει τις απαραίτητες προσαρμογές στις σύγχρονες ποδοσφαιρικές απαιτήσεις.

Ως φύσει αισιόδοξος άνθρωπος, στο απόγειο της προπονητικής του καριέρας, στις αρχές του 2013, κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του με τίτλο: Il meglio deve ancora venire. Τα καλύτερα έρχονται. 

Έκτοτε, τίποτα καλύτερο δεν ήρθε για αυτόν σε επαγγελματικό επίπεδο.

Μόνο που το παιχνίδι δεν τελείωσε. Ο διαιτητής δεν σφύριξε ακόμα την λήξη, 

Η πρόκληση του Ηρακλή και ο αλατισμένος αέρας από τον Θερμαϊκό μπορεί να είναι αυτό που έψαχνε για να νιώσει και πάλι νέος, ακμαίος, μεταδοτικός, παραμένοντας το ίδιο αφιλτράριστος και αντιδημοφιλής…





Πρωτότυπο άρθρο